ἔαρ

ἔᾰρ (A), τό, Hom. (only gen. ἔαρος), etc.; [var] contr. [full] ἦρ Alcm.76: gen., dat., ἦρος, ἦρι, Lyr. (Alc.45), [dialect] Att., and prob. [dialect] Ion., cf. Hdt.1.77, Hp. Epid.1.1 (but ἔαρος is found in codd. of Hdt.5.31, 7.162, al., Hp.l.c.): poet. gen., dat., εἴαρος, εἴαρι (metri gr.), Alcm.26, h.Cer.174 (nisi leg. ἤαρος), and later Poets (whence was formed late nom.
A

εἶαρ Numen.

ap.Ath.9.371e, Ter.Maur.653); cf. Hdn.Gr.1.408 (Hes. used ἔαρ as a monos., and ἔαρι as a trochee, Op.492,462):—spring,

ἔαρος δ' ἐπιγίγνεται ὥρῃ Il.6.148

; ἔαρος νέον ἱσταμένοιο early spring, Od.19.519;

ἔαρι πολεῖν Hes.Op.462

; ἅμα τῷ ἔαρι at the beginning of spring, Hdt.5.31, cf. Th.4.117, 6.8;

πρὸς ἔαρ Id.5.56

, etc.; πρὸς τὸ ἔ. ib.17; περὶ τὸ ἔ. Id.3.116;

ἐξ ἦρος εἰς Ἀρκτοῦρον S.OT1137

: prov.,

μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ Cratin.33

; also of the prime, flower of anything,

ἔφηβοι . . ἔ. τοῦ δήμου Demad.Fr.4S.

, cf. Hdt.7.162, Arist.Rh.1411a3; ἔ. ὁρόωσα looking fresh and bright, Theoc.13.45; γενύων ἔ. the first down on a youth's face, AP6.242 (Crin.); ὕμνων ἔ. the freshest, brightest of their kind, ib.7.12; τὸ ἔ. τῶν πτερῶν, of a peacock, Luc. Dom.11. (ϝεςṛ-, cf. γέαρ, γίαρ[ες], Lat. vēr, Skt. vasantas, Lith. vasara 'summer'.)
------------------------------------
ἔᾰρ (B) or [full] εἶᾰρ (Hsch. [full] ἦαρ, [full] ἴαρα), τό, in Alex. Poets,
A blood,

λύθρῳ τε καὶ εἴαρι πεπλήθασι Call.

Fr.anon.20;

Αἰακίδαο εἴαρος Euph.39.3

;

τὸ δ' ἐκ μέλαν εἶαρ ἔλαπτεν Call.Fr.247

, cf. Nic.Al.314, Opp.H.2.618; cf. εἰαροπότης, εἰαροπῶτις.
2 juice,

εἶαρ ἐλαίης Nic.Al.87

;

ἐκ λύχνου πῖον ἔλειξαν ἔαρ Call.Fr.201

. (Cypr. acc. to Hsch.; identified with ἔαρ spring, by EM307.44, Suid.; cf. Skt. ásṛk, gen. asnás, Lett. asinis 'blood'.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔαρ — spring neut voc sg ἔαρ spring neut acc sg ἔαρ spring neut nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έαρ — (I) το (AM ἔαρ, Α και εἶαρ) 1. η άνοιξη 2. ομορφιά αρχ. 1. καθετί που βρίσκεται στην άνθησή του («ἔφηβοι... ἔαρ τοῡ δήμου») 2. φρ. α) «ἔαρ θ ὁρόωσα» με το γλυκό χαρούμενό της βλέμμα β) «γενύων... ἔαρ» το πρώτο χνούδι στο πρόσωπο τών εφήβων γ)… …   Dictionary of Greek

  • Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ. — См. Одна ласточка весны не делает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • εἶαρ — ἔαρ spring neut voc sg (epic) ἔαρ spring neut acc sg (epic) ἔαρ spring neut nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἦρ — ἔαρ spring neut voc sg ἔαρ spring neut acc sg ἔαρ spring neut nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴαρι — ἔαρ spring neut dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴαρος — ἔαρ spring neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐάρων — ἔαρ spring neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔαρι — ἔαρ spring neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔαρος — ἔαρ spring neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἤρεσιν — ἔαρ spring neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.